Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Μακεντόντσετο - Το οδοιπορικό μιας πικρίας

Στο βιβλίο του «Μακεντόντσετο - Το οδοιπορικό μιας πικρίας» (εκδόσεις Πλέθρον), ο Πέτρος Βότσης, περιγράφει τα παιδικά του βιώματα στο χωριό «Σέτινα» (Σκοπός Φλώρινας), όπου γεννήθηκε το 1943. Μέσα από την αθωότητα, τον αυθορμητισμό και το ρομαντισμό της ηλικίας των πέντε χρόνων, ένα Μακεδονόπουλο περιγράφει τη ζεστασιά του σπιτιού του, τη ζωή του χωριού, τα έθιμα, τα γιορτινά τραπέζια, τις αγροτικές δουλειές. Όλα αυτά τα σκιάζει η απουσία του πατέρα του, που είχε βρεθεί στην εξορία, ενώ όταν γύρισε οι Γερμανοί τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη, και αφού έφυγαν οι Γερμανοί, οι Έλληνες τον έβαλαν φυλακή για Βούλγαρο. Ακόμη περισσότερο, τα σκιάζουν οι εχθροπραξίες μεταξύ ανταρτών και
μοναρχοφασιστών, η αγωνία για τους δικούς του ανθρώπους που πολεμούσαν στο πλευρό των παρτιζάνων…
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ξυπνάω καθώς μ’ αρπάζει η μάμο μου, με παίρνει στην αγκαλιά της κι αρχίζει να κατεβαίνει τις σκάλες. Έξω γίνεται κοσμοχαλασιά. Πυροβολισμοί, τα βόδια μουκανίζουν, τ’ άλογα χλιμιντρίζουν στους σταύλους, τα σκυλιά ουρλιάζουν και δεν ξέρουν πού να κρυφτούν, οι κότες κακαρίζουν φοβισμένες, τρέχουν και πετούν έντρομες, κλάματα παιδιών από παντού και φωνές μεγάλων, γεμάτες απόγνωση. «Κε νε οτέμπατ» (θα μας σκοτώσουν), ακούγεται από παντού, «μπρ’γκου ζα γκρανίτσατα» (γρήγορα για τα σύνορα), ακούς από κάθε μεριά.

Η μάμο μου με κρατάει στην αγκαλιά της, δίπλα ο Κόλτσες και η Καρίκλα. Η μάμο μου τρέμει, το νοιώθω καθώς μ’ έχει στην αγκαλιά της. Ανηφορίζουμε για το γκούμνο (χωράφι) μας. Όλοι οι άνθρωποι είναι τρομαγμένοι, επικρατεί πανικός. Οι πιο ψύχραιμοι λένε να μη φοβόμαστε.

-Νέμα ντα νι φ'ρλατ. Κιόρι σε; Νε πούλατ ντέτσα ι ζένι; (Δεν θα μας ρίξουν. Στραβομάρα έχουν; Δε βλέπουν παιδιά και γυναίκες;)

Άλλοι απαντούσαν ότι στις περασμένες επιχειρήσεις σκοτώθηκαν συγχωριανοί μας και μην ξεχνάμε το βλήμα που έπεσε δίπλα μας στην αχερώνα του Βίτκα.

-Να γκρανίτσατα, να γκρανίτσατα (στα σύνορα, στα σύνορα), λέγαν πολλοί κάθε τόσο.

Κάθε φορά που γινότανε επιχείρηση από το στρατό, οι περισσότεροι συγχωριανοί μας πήγαιναν στα σύνορα και γυρνούσαν στα σπίτια τους, όταν τέλειωνε η επιχείρηση.

Φτάνουμε στο γκούμνο μας και κρυβόμαστε πίσω από την αχερώνα και στη βόρεια μεριά, αφού ο στρατός έκανε την επιχείρηση από τα νότια. Τα κουρσούμια (βόλια) σφυρίζουν γύρω μας.

-Τ’ ακούτε τα κουρσούμια, που σφυρίζουν; λέει ο Κόλτσες.

-Κουρσούμια είναι; Κι εγώ νόμιζα ότι είναι πουλάκια λέει η μάμο μας.

Μερικοί παρτιζάνοι περνάνε δίπλα μας. Κάνουν μερικά βήματα τρέχοντας και μετά ξαπλώνουν, κι αυτό το κάνουν συνέχεια μέχρι που χάνονται.

Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Ο ήλιος μόλις που έχει βγει, αλλά το κρύο δαγκώνει. Νιώθω τον αέρα να μπαίνει από παντού στο σώμα μου λες και ήμουνα γυμνός, ενώ φοράω την κοσούλα (πουκαμίσα) μου.

Σε λίγο αρχίζω να τρέμω από το κρύο. Η μάμο λέει της Καρίκλας να πάει πίσω στο σπίτι για να φέρει κάτι να φορέσω «ότι κε ζαμρ'ζνε ντέτετο» (γιατί θα ξεπαγιάσει το παιδί). Ο Κόλτσες φεύγει με κάποιους άλλους που περνάνε από κοντά μας, κατευθύνονται προς τα γκρομπίστσα (τα νεκροταφεία) κι από ‘κει στην Κριβα-Βόντα, μια χαράδρα που οδηγεί στην γκρανίτσα (σύνορα).

Η μάμο κι εγώ είμαστε πίσω από την αχερώνα και περιμένουμε. Η μάμο μου με σκεπάζει όπως μπορεί με τα ρούχα της, για να μην κρυώνω και κάθε τόσο μου χουχουλιάζει τα χέρια και τα τρίβει, ενώ με την ποδιά της έχει τυλίξει τα παγωμένα ποδάρια μου.

Περιμένουμε, αλλά την Καρίκλα δεν τη βλέπουμε πουθενά. Σε κάποια στιγμή, που κάπως έχουν ησυχάσει τα πράγματα, ξεκινάει η μάμο μου να γυρίσουμε στο σπίτι. Ντουβάρι-ντουβάρι, πίσω από τα σπίτια και τους μαντρότοιχους σχεδόν σκυμμένη για να φυλάγεται με μένα στην αγκαλιά της, φτάνουμε στο σπίτι μας.

Στο σπίτι μας βρίσκουμε την μπαμπα-Ντιμάνα, που μας ρωτάει.

-Ότι σε ρασπρτσκάτε τσέλι, μπρε ντούσκο; (Γιατί σκορπίσατε όλοι, βρε ψυχούλα μου;).

-Νε ράζμπρα, μαρί Ντιμάνο, σο στάνβα νάντρου; (Δεν κατάλαβες, μωρή Ντιμάνα, τι γίνεται έξω;) λέει η μάμο μου.

-Τάκα, τσέκατ οτ βας ντα γκι νατότσατ νοζόιτε! (Σωστά, περιμένουν πάνω σας ν’ ακονίσουν τα μαχαίρια τους!) απαντάει ειρωνικά η μπαμπα-Ντιμάνα και συνεχίζει, «νίκοϊ νε γκα σμίσλι στόκατα; Ντέκα γκι οσταβίτε σ 'τι ι ιζμπεγκάτε;» (κανένας δεν σκέφτηκε το βίος μας; Πού τ' αφήσατε όλα και φύγατε;)

-Σο ντα τι ρέτσα μαρί Ντιμάνο! (Τι να σου πω μωρή Ντιμάνο!) λέει η μάμο μου και σταματάει.

Όταν παύει ο διάλογος, η μάμο μου πηγαίνει και ψάχνει ρούχα για να με ντύσει κι εγώ ζητάω να φάω.

Δεν έχει περάσει πολλή ώρα αφότου γυρίσαμε σπίτι και σχεδόν έχουν ησυχάσει τα πάντα. Η μάμο στρώνει το σοφρά και καθόμαστε για φαγητό. Το βλέμμα όλων μας είναι στραμμένο προς την πόρτα. Κάθε τόσο που ακούμε βήματα όλοι μαζί λέμε «νάστε σε, γκρέντατ» (οι δικοί μας είναι, έρχονται), αλλά δικούς μας δε βλέπουμε. «Κε ντόιντατ, νε σε μόζε ντα νε ντόιντατ, σέκουι πατ τάκα στάνβα» (Θα ‘ρθουν, δεν μπορεί να μην έρθουν, αφού κάθε φορά έτσι γίνεται), λέει η μάμο. Η μπαμπα-Ντιμάνα δε λέει τίποτα, όμως κάθε τόσο ξεφυσάει.

Η μέρα πέρασε κι ήρθε η άλλη μέρα. Αρχίσανε τα πρόβατα. Τι θα γίνει με τα ζώα.

-Θα ψοφήσουν, αν μείνουν και σήμερα μέσα, λέει η μπαμπα-Ντιμάνα.

-Πρέπει να βρούμε βοσκό, λέει η μάμο.

-Να συνεννοηθούμε με το Νάτσε, απαντάει η μπαμπα-Ντιμάνα.

Μάθαμε πως κλείσαν τα σύνορα και πως όλοι όσοι μπήκαν μέσα στη Σερβία, δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν.

-Ένας σέρβος στρατιώτης κόντεψε να σκοτώσει την κόρη μου, τη Λεύκα. Της κόλλησε την κάνη του όπλου στα στήθη, γιατί ήθελε να επιστρέψει, λέει η μπαμπα-Ντάλα.

Τώρα πια είμαι ο άντρας του σπιτιού κι έχω ευθύνες. Άρχισα να σκέφτομαι το ρόλο μου πολύ σοβαρά. Δεν θα χρησιμοποιώ πια το μπαλτίτσε (τσεκουράκι), αλλά τον μπαλτά (το τσεκούρι). Είμαι ο άντρας! Ο άντρας, ο αφέ­ντης! Πρέπει όμως να μην τεμπελιάζω, πρέπει κάτι να κά­νω. Αποφασίζω να κόψω ξύλα. Βουτάω τον μπαλτά και να ‘μαι έξω. Με βλέπει ο μπαϊτσε-Νάτσες (θείος Νάτσες).

-Σο πράις, μπρε Πέτρε, τάμο; (Τι κάνεις, βρε Πέτρο, εκεί;)

-Σο ντα πράα, μπρε μπαϊτσε-Νάτσε, ίμαμ ντβε σκαπάνι ζένι σο τρέμπα ντα γκι ράνα. (Τι να κάνω, βρε μπαϊτσε-Νάτσε, έχω δυο ανήμπορες γυναίκες που πρέπει να τις ταίζω).

Ο μπαϊτσε-Νάτσες λύνεται στα γέλια και μου κακοφαίνεται, γιατί εγώ περίμενα να με επαινέσει κι αυτός γελάει. Μπαίνει μάλιστα μέσα στο σπίτι κι αρχίζει να λέει της μάμος μου και της μπαμπα-Ντιμάνας τι του είχα πει.

(…)

Το βράδυ, όταν γυρίζει η μάμο από τα πρόβατα και καθόμαστε να φάμε, το σπίτι μου φαίνεται άδειο και ξένο. Όμως θα γυρίσουν κι ας λένε οι άλλοι ότι δεν τους αφήνουν. Θα το σκάσουν. Θα ‘ρθουν κρυφά. Ο Κόλτσες ξέρει να κρύβεται και θα τους ξεγελάσει.

Το σπίτι μας είναι αλλιώτικο χωρίς κόσμο. Δεν έχει αλλά­ξει όμως μόνο το σπίτι μας, άλλαξε όλο το χωριό, λείπει ο κoσμος. Τα παιδιά είναι ελάχιστα. Δεν παίζουμε πια. Με ποιον να παίξω; Κάπου-κάπου κατεβαίνει στην αυλή μας ένα παιδί, το λένε Λάζο κι έρχεται με την αδελφή του. Το σπίτι τους είναι κάτω από την αχερώνα μας. Φοράνε κάτι μποτάκια δερμάτινα, γυαλιστερά και δε μοιάζουν σε τίποτα με τα πιντσίνα (τσαρουχάκια) μου.

Η μάμο πήρε το κόκκινο μάλλινο φουστάνι της Σάντας, το ξήλωσε, το έκοψε και μου έραψε το πρώτο μου παντελόνι σαν αυτό που φοράνε μερικοί άντρες στο χωριό κι όλοι οι παρτιζάνοι. Οι γέροι κι αρκετοί άντρες φοράνε κοσούλα και κιουρντία (σιγκούνι) από πάνω, γιατί δεν είναι με τη μόδα. Δε μ' αρέσει όμως το παντελόνι, γιατί γρατσουνάει τα μπούτια μου από μέσα, σχεδόν με γδέρνει, αφού είναι πολύ σκληρό.

Με τον Λάζο και την αδελφή του παίζουμε τους βοσκούς. Τα πρόβατα μας όμως δεν είναι πέτρες, αλλά κουτάκια τενεκεδένια, γυαλιστερά που αφήνουν οι παρτιζάνοι.

(…)

Οι μεγάλοι μας κάνουν συνέχεια παρατηρήσεις για τα κουτάκια. Λένε ότι γυαλίζουν και τα βλέπουν τα’ αεροπλάνα, γι’ αυτό κι εμείς μόλις τελειώνουμε τα μαζεύουμε και τα κρύβουμε.

Το χωριό όλο και πιο πολύ μοιάζει κοιμισμένο κι αυτό συμβαίνει τις ώρες της ημέρας. Δεν έχει τη ζωντάνια που είχε. Όλοι οι άνθρωποι φαίνονται φοβισμένοι, είναι σκυθρωποί και δεν γελάνε πια. Όλα είναι αλλιώτικα.

Ώσπου εισέβαλε ο εθνικός στρατός, στο μέχρι τότε ανταρτοκρατούμενο χωριό του….

Σήμερα πάλι έχει πόλεμο η μέρα με τη νύχτα. Δεν έχει καλά-καλά ξημερώσει κι ακούγονται πυροβολισμοί, ενώ και βλήματα πέφτουν. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε στο κριάλο (κρυψώνα, καταφύγιο). Έχουμε στριμωχτεί στο ζέμνικ (ισόγειο) μας και καρτεράμε να δούμε τι θα γίνει σήμερα.

Δεν κρατάει πολύ η επιχείρηση, γιατί φαίνεται ότι οι λί­γοι παρτιζάνοι έφυγαν από το χωριό κι έτσι μπήκε πάλι ο στρατός.

Ησυχάζουν τα πράγματα! Δεν ακούμε τίποτα! Δεν τολμάμε όμως να ξεμυτίσουμε. Έχει αρχίσει κι εμένα να περνάει ο φόβος μου. Στην αρχή όλα αυτά τα έβλεπα και λίγο σαν παιχνίδι. Από τότε όμως που φύγαν οι δικοί μας, από τότε που άρχισαν να μπαίνουν μέσα στο χωριό στρατός και μάυδες, φώλιασε ο φόβος μέσα μου. Συνήθως τρέχω να φυλαχτώ στην αγκαλιά της μάμος μου, που κι αυτή όμως τρέμει. Έτσι ζούμε συνέχεια τις τελευταίες μέρες. Δεν έχω δει άνθρωπο να χαμογελάει.

Ξαφνικά ακούμε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Σα να χτυπάει κάποιος μ’ ένα χοντρό ξύλο πάνω στην εξώπορτα, ακούγονται από μέσα τα χτυπήματα. Οι ανάσες όλων κόβονται. Η μπαμπα-Ντιμάνα πηγαίνει προς την πόρτα και βγάζει το σούρμε (την αμπάρα), σηκώνει την κλάπα (το μάνταλο) και η πόρτα ανοίγει. Στρατιώτες με όπλα γυρισμένα κατά πάνω μας και μάυδες από πίσω, με τα όπλα περασμένα στον ώμο. Η μάμο μου αμέσως μ' αρπάζει στην αγκαλιά της. Ένας από τους στρατιώτες που στέκονται παραπίσω και φοράει αλλιώτικο καπέλο, πλησιάζει στην πόρτα. Βγάζει ένα πιστόλι από τη θήκη και μας λέει κάτι μάλλον στα γκρ'τσκι (ελληνικά).

Βγαίνουμε έξω. «Βόι σο πίστσολο τρέμπα ντάε ζάμπιτ»(Αυτός με το πιστόλι πρέπει να είναι αξιωματικός) λέει η μπαμπα-Ντιμάνα. Ο ζάμπιτ αρχίζει να φωνάζει, ίδιος η Τραϊάνκα του Κλίκα, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απ' αυτά που λέει. Σε λίγο έρχονται κι άλλοι μάυδες, γνωστές φάτσες από τις άλλες επιθέσεις.

Ο ζάμπιτ, που είναι ψηλός, αδύνατος και κατακόκκινος, αρχίζει πάλι να φωνάζει και να λέει τα δικά του, τα ακατα­λαβίστικα γκρ'τσκι, ενώ ένας από τους μάυδες λέει της μάμος μου:

-Τρέμπα ντα μπέγκατε οτ σέλοτο, ότι γκι ράνετε παρτιζάνιτε (Πρέπει να φύγετε από το χωριό, γιατί ταΐζετε τους παρτιζάνους).

-Κακ ντα μπέγκαμε ι ντέκα ντα όντιμε; Σο κε στάνε κούκιατα ι ντέκα κε σε οστάβε στόκατα; (Πώς να φύγουμε και πού να πάμε; Τι θα γίνει το σπίτι και πού θα παραμείνει το βίος μας;)

Ο μάυς μετέφερε στον κατακόκκινο πιστολά τα όσα είπε η μάμο μου. Τότε αυτός ξαναβγάζει το πιστόλι και το ακου­μπάει στο κεφάλι της μάμος μου. Εγώ γυρνάω το κεφάλι μου να μη βλέπω το πιστόλι και ενώ θέλω να κλάψω, φοβάμαι. Ο πιστολάς φωνάζει και ο μάυς μας μεταφέρει τι λέει:

-Ντα μπέγκατε, ότι κε βε οτέπα (Να φύγετε, γιατί θα σας σκοτώσει). Η μάμο μου επέμενε.

-Έχουμε τετρακόσια πρόβατα, γελάδια κι άλλα ζώα. Έχουμε τα πράγματα του σπιτιού, το σπίτι κι όλα αυτά τι θα γίνουν; Μια περιουσία ολόκληρη, μαζεμένη με στερήσεις ναι κινδύνους. Δεν μπορούμε να τα’ αφήσουμε από τη μια στιγμή στην άλλη. Δεν είμαστε παρά δυο ανήμπορες γυναίκες κι αυτό το άρρωστο παιδί.

Ο μάυς ξαναμίλησε στον πιστολά κι αυτός ξανά θυμωμένος είπε τα δικά του στο μάυ. Ο μάυς μετέφερε.

-Τα πράγματα θα φορτωθούν σε κάρα και θα τα πάρετε μαζί σας. Όσο για τα ζώα, αν μπορείτε πάρτε τα. θα πάτε στην Οφτσάρανη (Μελίτη Φλώρινας) κι εκεί θα σας φροντίσουμε εμείς, εκτός αν έχετε συγγενείς.

Στο μεταξύ οι μάυδες αρχίζουν το πλιάτσικο, εκεί μπροστά στα μάτια όλων. Μπαίνουν στο σπίτι και βγαίνουν άλλοι με τσουβάλια γεμάτα, άλλοι με μπακιρικά, άλλοι με σπιτικά εργαλεία όπως ροδάνι, γάστρα, σκαμνάκια, ζυγαριές κι ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μερικοί κυνηγούν και τις κότες, ενώ άλλοι προσπαθούν να πιάσουν τα γελάδια που βγαίνουν ξεκαπίστρωτα από το στάβλο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω από τους στρατιώτες, δηλαδή οι μάυδες, έχουν κάτι παράξενο. Είναι όλοι τους λιγδιασμένοι, αξύριστοι μ’ ένα πρόσωπο που ‘δείχνε να χαμογελάει, αλλά δεν ήταν χαμόγελο. Κοίταζαν απ’ εδώ κι από ‘κει σαν να έψαχναν κάτι.

Σε λίγο ήρθαν και τα κάρα για να φορτώσουμε ό,τι είχαν αφήσει οι μάυδες. Ανάμεσα τους ήταν κι ένας συγγενής μας, κούμες μας (αυτός που έχεις στεφανώσει), ο Πίδος. Τον είχαμε στεφανώσει και του είχαμε βαφτίσει τα παιδιά. Η μάμο μου τον έλεγε «κούμε» και αυτός την μάμο μου «νούνκε» (κουμπάρα).0 κούμες είπε της μάμος ότι έχουν επιτάξει πολλούς από την Οφτσάρανη κι ότι το έχουν αποφασίσει από καιρό ν’ αδειάσουν το χωριό μας.

Άρχισαν να φορτώνουν κι εγώ τότε διαμαρτυρήθηκα στη μάμο μου, γιατί είπε στον πιστολά ότι ήμουν άρρωστος, ενώ δεν είμαι.

Όταν φορτώθηκαν τα πράγματα, η μάμο μου μ’ ανέβασε στο κάρο, με σκέπασε με μια κόκκινη βελέντζα και πήγε στην μπαμπα-Ντιμάνα, που θα έμενε για να φυλάξει το σπίτι.

-Ι σέγκα, Ντιμάνο, τρέμπα ντα σε ραζντέλεμε. Κάο σο νι σφίρατ κε ίγκραμε. Νε μόζιμε νίστσο ντρούγκο να πράιμε. Νε γκο βίντε τόι ζάμπιτο ίστο κούτσε. Πίστσολο γκο ιζβάντι ντα με οτέπα. Ντα σε ναντέβαμε ντέκα μπρ’γκου κε σφρ'σε τσέλα βάα κατάρα ι ντα σε ζαμέσαμε πακ. (Και τώρα, Ντιμάνα, πρέπει ν’ αποχωριστούμε. Όπως μας παίξουν [τα όργανα], έτσι θα χορέψουμε. Δεν τον είδες εκείνον τον αξιωματικό, ίδιος σκυλί. Το πιστόλι έβγαλε να με σκοτώσει. Ας ελπίζουμε ότι γρήγορα θα τελειώσει αυτή η κατάρα και θα σμίξουμε πάλι). Φιλήθηκαν και με δακρυσμένα μάτια αποχωρίστηκαν.

Η μπαμπα-Ντιμάνα έλεγαν ότι ήταν γενναία, αφού είχε πολεμήσει και εναντίον των Τούρκων, στο Ίλιντεν. Λένε πως την είχαν δει ζωσμένη με κουμπούρια, φουσεκλίκια και ντουφέκι. Το ‘λεγε η καρδούλα της, γιατί, όταν φώναζε ο πιστολάς, αυτή ατάραχη τον κοίταζε κι ούτε που κουνήθηκε το χείλι της από φόβο, μόνο είπε:

-Κόγκα τάμο σο καπετάνκιτε γκι ομπεσβάα άρμιτε, γκιούπτσιτε γκι ομπέσβατ ταπάνιτε, σο ντα τσέκας. Βρεμέτο σε μένα (Όταν εκεί που οι καπετάνιοι κρεμούσαν τ άρματα, οι γύφτοι κρεμάνε τα νταούλια, τι να περιμένεις. Οι καιροί αλλάξανε).

Όταν βγαίνουμε από το χωριό, εκεί στο σχολείο είναι ξαπλωμένος ένας τραυματίας και κάθε τόσο φωνάζει «Ώωχ»,

«Ώωχ». Δεν ξέρω αν είναι παρτιζάνος ή μάυς, γιατί στρατιώτης δεν είναι, αλλιώτικα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες.

Φαίνεται πως πάμε για την Οφτσάρανη, γιατί τα μέρη εδώ δεν τα ξέρω.

-Έτσι μας ξεσπίτωσαν και το ‘13. Τότε είχαν πιαστεί οι Βούλγαροι με τους Σέρβους. Στο Ρόγκας οι Βούλγαροι, στη Βίσιμα οι Σέρβοι κι εμείς πάλι στη μέση. Εγώ ήμουν τότε μικρό παιδί, μόλις που τα θυμάμαι. Να, σαν τον Πέτσκα. Φορτώσαμε και τότε το βίος μας στα κάρα κι ήρθαμε στα χωριά του κάμπου. Όταν γυρίσαμε όλα ρημαδιό. Αυτά έλεγε η μάμο μου στον κούμε καθώς κατηφορίζαμε.

Το κάρο το σέρνουν δυο αγελάδες κι ας είναι πιο ψηλό και πιο μεγάλο από τα δικά μας κάρα. Στο χωριό μας πάντα ζεύουμε βόδια και ποτέ αγελάδες. Μόνο μερικοί πολύ φτωχοί ζεύουν αγελάδες.

Το κάρο το οδηγεί ο κούμες, δηλαδή περπατάει δίπλα στις αγελάδες και με ένα όστεν (μια βουκέντρα) που κρατάει στο ένα χέρι, κάθε τόσο κεντρίζει τις αγελάδες για να περπατήσουν.

Φτάνουμε στο σπίτι του κούμε μας, που θα είμαστε γκόστι (φιλοξενούμενοι). Τα’ άλλα κάρα δεν ήρθαν στο σπίτι του κούμε μας, όπως μας είχαν πει. Ο κούμες πήγε να τ’ αναζητήσει κι όχι μόνο δεν βρήκε άκρη -αν και ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που είχαν φορτώσει- αλλά του δώσανε κι ένα γερό ξύλο από πάνω.

Έτσι ερήμωσε το χωριό, έμεινε μόνος ο Πέτσκας με τη μάμο του και βρέθηκαν στην Οφτσάρανη. Εκεί πρέπει να πάει σχολείο για να μάθει γκρ’τσκι, γιατί πώς θα βρούνε τον τάτκο του (πατέρα), που βρίσκεται στη Σαλονίκη, αφού ούτε ο ίδιος, ούτε και η μάμο του ξέρουν γκρ’τσκι;

Όταν τελειώνουμε το φαγητό, η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά απ’ όλα τα παιδιά κι αρχίζει κάτι να λέει. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σίγουρα θα ‘ναι γκρ'τσκι, σκέφτηκα, γιατί δε μοιάζουν μ’ εκείνα του Μπαρδάκα. Πιο πολύ μου θυμίζουν την Τραϊάνκα και τον ζάμπιτ.

Η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά από κάθε παιδί, κάτι λέει στο καθένα, αυτό απαντάει, κι ακούγεται ένα όνομα.

Προσέχω ότι τα ίδια λόγια λέει η ντασκαλίτσα, με τα ίδια λόγια απαντάνε τα παιδιά, μόνο το όνομα που λένε είναι διαφορετικό. Τ’ ακούω πολλές φορές και καταλαβαίνω ότι ρωτάει «Κακ τε βίκατ;» (Πώς σε λένε;)· και το παιδί απαντάει «Μένε με βίκατ» (Εμένα με λένε) και λέει τ’ όνομα του. Ώσπου να ‘ρθει η σειρά μου το έχω ακούσει τόσες φορές που το μαθαίνω.

Η ντασκαλίτσα πηγαίνει πρώτα μπροστά στην Πασίκα και τη ρωτάει:

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Ασπασία, απαντάει η Πασίκα. Σκέφτομαι να τη διορθώσω ότι τη λένε «Πασίκα», αλλά δεν προλαβαίνω γιατί η ντασκαλίτσα βρίσκεται μπροστά μου και με ρωτάει:

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Πέτρε, απαντάω εγώ, Η ντασκαλίτσα στραβώνει τα μούτρα της και μου λέει.

-Πέτρο, Πέτρο.

Περιμένω να φύγει. Όμως αυτή ξαναλέει το ίδιο πράγμα.

-Πώς σε λένε;

Τότε σκέφομαι ότι εδώ πρέπει να τ’ αλλάξουμε λίγο τα ονόματα μας και γι’ αυτό μου είπε «Πέτρο», «Πέτρο» και η «Πασίκα» έγινε «Ασπασία».

Η ντασκαλίτσα στέκεται μπροστά μου και ξανά τα ίδια.

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Πέτρο.

-Μπράβο, μου λέει και προχωράει στον διπλανό μου.

Σε μια στιγμή ακούγεται ένα καμπανάκι κι όλα τα παι­διά σηκώνονται κι αρχίζουν να βγαίνουν στην αυλή. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Δεν πηγαίνω μαζί με την Πασίκα, γιατί παίζουν, λέει, χωριστά τα παιδιά από τα κορίτσια.

Μαζί μ’ άλλα παιδιά στρώσαμε παιχνίδι μιλώντας μακεδόνικα και τότε εμφανίζεται ένας μεγάλος άντρας με μια πρ'τσκα (βέργα) στο χέρι. «Ντάσκαλο! «Ντάσκαλο!» (Ο δάσκαλος! Ο δάσκαλος!), είπαν τα παιδιά. Άρχισε και μας χτυπούσε με τη βέργα, γιατί —είπαν τ' άλλα παιδιά— μιλούσαμε τα δικά μας. Τ' άλλα παιδιά κάτι λέγανε στα γκρ'τσκι στο ντάσκαλ, που τους ανάγκαζε ν' ανοίξουν τις παλάμες τους και στη συνέχεια τους κοπανούσε. Όταν ήρθε η σειρά μου να με χτυπήσει, του είπα τα μόνα γκρ'τσκι που ήξερα «εμένα με λένε Πέτρο», αλλά αυτό δε με έσωσε. Μου τις σβούριζε κανονικά. Τα χέρια μου πονάνε πολύ και δεν ξέρω πού να τα βάλω. Πότε τα βάζω κάτω από τις μασχά­λες, πότε στις τσέπες μου και κάθε τόσο τα χουχουλιάζω. Δεν κλαίω, όχι γιατί δε μου ‘ρχεται το κλάμα, αλλά γιατί κανένας από τους άλλους δεν κλαίει και αν κλάψω μόνο εγώ θα με κοροϊδεύουν. Πλησιάζω τον πιο μεγάλο και τον ρωτάω.

-Τάκα μάβατ σέκοϊπατ να σκόιλετο; (Έτσι χτυπάνε κάθε φορά στο σχολείο;) Αυτός όμως κοιτάζει καλά-καλά γύρω και λέει:

-Μ'τσι, ότι και νε τούρατ πακ (Σώπα, γιατί θα μας τις ξαναρίξουν).

Όταν γυρίζω από το σχολείο, πάλι έχουμε ιστορίες με τη μάμο μου, γιατί της λέω ότι εδώ δέρνουν οι μεγάλοι και δε θα πάω σχολείο. Η μάμο μου λέει:

-Σε δέρνουν για να μάθεις πίσμο (γράμματα) και γκρ'τσκι. Τα παιδιά μόνο με ξύλο μαθαίνουν.

-Όταν μ’ έδειρε, εγώ είχα μάθει γκρ'τσκι και του τα είπα. Γιατί αυτός μ’ έδειρε πάλι;

Το πρόσωπο της μάμος μου φωτίστηκε και με ρώτησε:

-Κάζιμι μπρε σίνκο σο γκρ'τσκι ναούτσι; (Πέσμου βρε γιόκα μου, τι ελληνικά έμαθες;)

-Εμένα με λένε Πέτρο. Ι ντα ζνάς γκρ'τσκι ίμετο μίε Πέτρο ι νε Πέτρε. (Και να ξέρεις, ελληνικά το όνομα μου είναι Πέτρο κι όχι Πέτρε).

Καταχάρηκε η μάμο μου και μου λέει.

-Είδες που άρχισες να μαθαίνεις;

-Ναι, αλλά αυτά τα έμαθα χωρίς ξύλο. Αφού έμαθα τα γκρ'τσκι μ’ έδειρε εκείνος ο ντάσκαλ, κι ύστερα δε μ’ αρέσουν τα γκρ'τσκι, γιατί αλλάζουν τα ονόματα. Η μάμο μου επιμένει.

-Πρέπει να μάθεις. Όποια γλώσσα κι αν ξέρεις είναι χρήσιμο πράγμα. Ο τάτκος σου συνηθίζει να λέει ότι όσες γλώσσες ξέρεις, τόσες φορές είσαι άνθρωπος.

Η Οφτσάρανη δε μ' αρέσει, γιατί συνέχεια συναντάω αυτούς τους μάυδες που άρπαζαν από το σπίτι μας, και πολλούς απ’ αυτούς που έρχονταν κάθε φορά που γίνονταν οι επιχειρήσεις του εθνικού στρατού στη Σέτινα.

Μετά από λίγο καιρό, φεύγουν για τη Σαλονίκη, τη μεγάλη πόλη με τα πολλά σπίτια, τους παράξενους ανθρώπους και τη θάλασσα, που μέχρι τότε δεν μπορούσε ο Πέτσκας να καταλάβει τι είναι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: